Ναυμαχία της Έλλης / The naval battle of Elli

132

Ναυμαχία της Έλλης

Ο ήλιος της 3ης Δεκεμβρίου ανέτειλε επάνω από μια ασυνήθιστα γαλήνια θάλασσα με ελαφρά πρωινή ομίχλη. Οι ελπίδες των Ελλήνων είχαν αρχίσει να διαλύονται, όταν ξαφνικά οι οπτήρες διέκριναν σειρά από καπνούς επάνω από τους χαμηλούς λόφους της χερσονήσου της Καλλιπόλεως και σε λίγο ολόκληρος ο Τουρκικός Στόλος ξεπρόβαλε από τα Στενά. Προηγείτο το θωρηκτό HAIREDIN – BARBAROSSA με τα θωρηκτά TURGUT – REIS, MESSOUDIEH και ASARI – TEFIK σε γραμμή παραγωγής (στήλης), ενώ το καταδρομικό MEDJIDIEH με 5 αντιτορπιλλικά και ένα πλωτό νοσοκομείο, εκινούντο νοτιότερα παραπλέοντα τις Ασιατικές ακτές. Η ώρα ήταν 08.15 και ο Ελληνικός στόλος εκείνη την στιγμή ευρίσκετο περί τα 6 μίλια ΝΔ της Ίμβρου σε δύο στήλες και επί ΝΔ πορείας. Της μιας προηγείτο ο ΑΒΕΡΩΦ με τα θωρηκτά ΣΠΕΤΣΑΙ, ΥΔΡΑ και ΨΑΡΑ σε γραμμή παραγωγής και στην άλλη, προς τα δεξιά και σε 400 υάρδες, έπλεαν τα αντιτορπιλλικά ΛΕΩΝ, ΠΑΝΘΗΡ, ΙΕΡΑΞ και ΑΕΤΟΣ. Τα υπόλοιπα αντιτορπιλλικά είχαν διαταχθεί να τηρούνται «εν αναμονή» στον κάβο Κέφαλο της Ίμβρου. «Επιτέλους», ανέκραξε ο Ναύαρχος, μόλις αντίκρυσε τον Τουρκικό στόλο, γενικός δε ενθουσιασμός επεκράτησε σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό σχηματισμό.
Συγχρόνως εσημαίνετο «πολεμική έγερσις» και οι άνδρες έτρεχαν στις θέσεις μάχης, ενώ στους ιστούς, σύμφωνα προς τις ναυτικές παραδόσεις, επαίρετο ο σημαιοστολισμός της μάχης. Ο Ναύαρχος εκείνη τη στιγμή υπαγόρευσε το κάτωθι σήμα για να διαβιβασθεί προς το υπουργείο Ναυτικών και προς όλο τον Στόλο.
«Με την βοήθειαν του Θεού, τάς ευχάς του Βασιλέως και εν ονόματι του δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης, προς συνάντησιν του εχθρού του γένους.»
Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης
Αρχηγός στόλου.»
Ο ίδιος ο Ναύαρχος αρνήθηκε να μπει στο «οχυρόν» (το θωρακισμένο τμήμα της γέφυρας από όπου διευθύνεται η μάχη). Εζήτησε από τον ιερέα του πλοίου αρχιμανδρίτη Δάφνο να του φέρει από τη εκκλησία του ΑΒΕΡΩΦ τον σταυρό του Παναγίου Τάφου, το οποίο επέρασε στο λαιμό του και ακολουθούμενος μόνο από το υπασπιστή του, Υποπλοίαρχο Ι. Θεοφανίδη, ανέβηκε στην ανοιχτή και ακάλυπτη κόντρα – γέφυρα για να διευθύνει από εκεί τη μάχη. Οι δύο στόλοι συνέκλιναν αντιπλέοντες μέχρι ώρας 09.00 οπότε τα Ελληνικά θωρηκτά έστρεψαν διαδοχικά προς ΒΑ πορεία συμπλέοντα με την Τουρκική παράταξη ενώ τα τέσσερα αντιτορπιλλικά (με τα οποία είχαν συνενωθεί εν τω μεταξύ και τα υπόλοιπα από τον κάβο Κέφαλο) ετάχθησαν σε δύο στήλες 1000 υάρδες δυτικώς των θωρηκτών.

Στις 09.25 όταν η απόσταση έπεσε στις 12.000 υάρδες οι δύο παρατάξεις άνοιξαν πυρ. Τα τουρκικά πλοία έβαλλαν με ικανοποιητική ταχυβολία αλλά άστοχα, σε αντίθεση με το Ελληνικό πυρ το οποίο από την πρώτη στιγμή άρχισε να σημειώνει επιτυχίες επί της εχθρικής παρατάξεως. Το MESSOUDIEH και το ASARI – TEFIK άρχισαν να μένουν πίσω λόγω ελαττώσεως της ταχύτητάς τους. Τότε ο Ναύαρχος Κουντουριώτης, αντιλαμβανόμενος ότι τηρούμενος σε σχηματισμό με τα τρία βραδέα παλαιά θωρηκτά του υπεβάθμιζε τις ικανότητες του συγχρόνου πλοίου του, σήκωσε το σήμα “Ζ” που εσήμαινε: «αγνοήσατε τας κινήσεις μου, δρω ανεξαρτήτως», παρέδωσε τη διοίκηση του σχηματισμού στον Πλοίαρχο Γκίνη, κυβερνήτη των ΣΠΕΤΣΩΝ, και παρά τις υφιστάμενες διαταγές, όρμησε «πάσει δυνάμει» προς τα εμπρός με σκοπό να υπερφαλαγγίσει την εχθρική παράταξη και να της ανακόψει τον πλου προς τις βάσεις της.
Ώρα 09.55 ο ΑΒΕΡΩΦ διεσταύρωνε το Τ του εχθρού (η χειρότερη θέση που μπορεί να βρεθεί ο εχθρικός στόλος) βάλλων λυσσωδώς με όλα τα πυροβόλα της δεξιάς του πλευράς προς τον πρωτόπλου του αντιπάλου, το HAIDERIN – BARBAROSSA το οποίο μόνο με τα πρωραία πυροβόλα του μπορούσε να απαντήσει στον ΑΒΕΡΩΦ.
Ο Πλοίαρχος Ραμίζ βαλλόμενος εκ Δυσμών από τα τρία Ελληνικά θωρηκτά και εκ Βορρά από τον ΑΒΕΡΩΦ, προσπάθησε να εξέλθει από αυτή τη δυσμενή θέση, διατάζοντας διαδοχική αλλαγή πορείας προς Νότον (δηλαδή κάθε πλοίο να στραφεί ακολουθώντας τα απόνερα του προηγουμένου του). Το σήμα όμως ερμηνεύτηκε λανθασμένα από ορισμένα πλοία τα οποία εστράφησαν αθρόως (επί τόπου) προς την νέα πορεία, με αποτέλεσμα να προκύψει χάος στον Τουρκικό σχηματισμό.
Υπό αυτές τις προΰποθέσεις, ο Πλοίαρχος Ραμίζ ελάχιστα μπορούσε να πράξει εκτός του να διατάξει ανεξάρτητη πορεία από κάθε πλοίο προς τα Στενά, με τον ΑΒΕΡΩΦ βάλλοντα συνεχώς από πίσω τους και με την απόσταση που τους χώριζε ελαττουμένη με ταχύτατο ρυθμό. Γύρω στις 10.15, ενώ αυτή η απόσταση είχε πέσει μόνο στις 2.000 υάρδες, τα επάκτια πυροβολεία άνοιξαν και αυτά πυρ κατά του μοναχικού εισβολέως, σηκώνοντας με τις πτώσεις των βλημάτων τους τεράστιες στήλες θαλάσσης κοντά σε αυτές των υποχωρούντων Τουρκικών πλοίων. Ο ΑΒΕΡΩΦ πλέων «πάση δυνάμει» μέσα σε χάλαζα βλημάτων, έβαλλαν πλέον οριζοντίως λόγω της ελαχίστης αποστάσεως, εσήκωναν ολόκληρα σύννεφα από αφρό που και αυτός περιτύλιγε το πλοίο.
Τα επόμενα λεπτά θα μπορούσαν να είχαν αποβεί μοιραία για τον ΑΒΕΡΩΦ. Η περιγραφή του Κυβερνήτου των ΣΠΕΤΣΩΝ, στο ημερολόγιό του, είναι χαρακτηριστική: «…ουδείς εξ ημών ηδύνατο εκείνη τη στιγμή να γνωρίζη την τύχην της ναυαρχίδος και του ναυάρχου μας, διότι το μόνον που διεκρίναμεν ήτο εν νέφος από καπνούς και αφρούς που έσπευδε προς τον εχθρόν, το οποίον διέσχιζαν λάμψεις πυροβόλων και εις την κορυφήν του οποίου εξείχον μόνον οι ιστοί του ΑΒΕΡΩΦ, επί των οποίων εκυμάτιζεν ο σημαιοστολισμός της μάχης».
Την 10.25 τα εχθρικά πλοία γεμάτα καπνούς και φλόγες έμπαιναν μέσα στα Δαρδανέλλια και ο Ναύαρχος διέταζε «παύσατε πυρ». Σε λίγο ο ΑΒΕΡΩΦ με την μπάντα του πλοίου στο πρυμναίο κατάστρωμα να παιανίζει εμβατήρια, συνενώνετο με τα υπόλοιπα πλοία, των οποίων τα παρατεταγμένα πληρώματα ζητωκραύγαζαν.
Οι απώλειες του Τουρκικού Στόλου από τη ναυμαχία της Έλλης, ανήλθαν σε περισσότερους από 100 νεκρούς και σε πολύ περισσότερους τραυματίες. Οι ζημιές των πλοίων εξάλλου ήσαν τόσο εκτεταμένες, ώστε παρέστη ανάγκη να κληθούν ειδικοί τεχνίτες από την Γερμανία για την επισκευή τους. Σε μεγάλη αντίθεση, οι ζημιές του Ελληνικού Στόλου υπήρξαν αμελητέες χωρίς να επηρεάσουν ούτε για μια στιγμή την ετοιμότητά του. Ειδικά ο ΑΒΕΡΩΦ σαν από κάποιο θαύμα εδέχθη μόνο τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος, τα οποία εξεράγησαν σε διάφορα σημεία του καταστρώματος προξενώντας επιπόλαιες βλάβες. Τα θραύσματά τους ετραυμάτισαν μερικούς ναύτες, τον Ανθυποπλοίαρχο Μαμούρη (αρχηγό του αριστερού πρωραίου πύργου των 7,5 ιντσών) και σκότωσαν τον κελευστή της πηδαλιουχίας Καζιτζάρη ο οποίος υπήρξε και το μοναδικό θύμα της συμπλοκής. (Ο Ανθυποπλοίαρχος Μαμούρης απέθανε μετά από πολλές μέρες στο Μούδρο λόγω μολύνσεως του επιπόλαιου τραύματός του. Τότε δεν υπήρχαν αντιβιοτικά φάρμακα).
Ο Πλοίαρχος Ραμίζ κατηγορήθηκε ότι εγκατέλειψε πρόωρα το πεδίο της μάχης και απεστρατεύθη.

The naval battle of Elli

Two naval battles were fought in the First Balkan War. The first took place on 3 December 1912 and is called the naval battle of Elli because of the proximity of the naval operations to Cape Elli. According to reliable information from European capitals and the broader region of the Straits, almost the entire Greek fleet had been patrolling the entrance to the Dardanelles on that morning, when four Turkish battleships, a light cruiser and eight destroyers entered the Aegean.
The Turkish battleships opened fire at 09:22 from a distance of 12,500 metres and after an ineffective ten minutes of exchange of fire, the “Averoff” signalled that it would move independently. Exploiting its comparatively high speed, the “Averoff” pursued the Turkish ships and approached them from distance of 2,850 metres. The squadron of old Greek battleships also arrived, some 4,100 metres from the enemy line, but at the critical moment in the naval battle, it turned southward with a successive turn to the left. This move distanced the old Greek battleships from the enemy and reduced the effectiveness of their firepower, which was already low since the artillery was still mounted on gun carriages with sighting devices from a primitive system dating to 1887, with insufficient initial velocity. If their guns had had sights of 16x magnification and their shells an initial velocity higher than 800 meters a second, i.e. the same as Turkish battleships, the artillery contribution of the old Greek battleships to naval battles in the Balkan Wars could have been decisive.
At 10:25 , an hour after its initial exodus, the Turkish fleet abandoned the field of battle with light damages that might have been much heavier if more than a quarter of the “Averoff” artillery shells had been used, which they were not, due to blockage of the breech-blocks of its guns.
In conclusion, the exchange of fire between the two opposite battle-lines lasted for just half an hour and the pursuit of the Turkish fleet another half hour. The cohesion of the Greek ships was satisfactory in contrast to that of the Turkish fleet, which was rapidly routed. This was despite the fact that the batle conditions favoured the Turks, as the Greek ships were starkly conspicuous in contrast to the Turkish fleet which was hard to see owing to the glare, the morning mist and theThracian peninsula behind it. On the tactical level, the victory was clearly and proundly in favour of the Greeks. But it allowed strategic room for contention by the Turks, who were in an obviously less favourable position now, in terms of both their morale and material.

5