Η περιπετειώδης έξοδος του θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» | 17-18 Απριλίου 1941

248

Η περιπετειώδης έξοδος του θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» | 17-18 Απριλίου 1941

 Υπό Ανθυποπλοιάρχου (ΕΦ/Ο) Παναγιώτη Γέροντα ΠΝ – Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού

Πρόλογος 

Το θωρηκτό, ή σωστότερα θωρακισμένο καταδρομικό, «Γεώργιος Αβέρωφ» ήταν το πλοίο που ουσιαστικά έγειρε την πλάστιγγα υπέρ του Ελληνικού Στόλου στις δύο ναυμαχίες των Βαλκανικών Πολέμων της Έλλης και της Λήμνου που ουσιαστικά «κλείδωσαν» την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο.

Το εν λόγω πλοίο καταξιώθηκε στη συνείδηση του Ελληνικού Λαού αλλά και του Έλληνα Ναυτικού. Κατέστη η ζωντανή γραμμή σύνδεσης μεταξύ του ηρωικού Πολεμικού Ναυτικού (τότε Βασιλικού Ναυτικού) του 1912, των αγώνων του Έθνους που ακολούθησαν έως τη σημερινή εποχή. Πραγματικά δεν είναι εύκολο να αναλογιστεί κανείς τί πλήγμα ίσως να δεχόταν το Πολεμικό Ναυτικό στον ηθικό τομέα αν το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» είχε βυθιστεί, αν είχε χαθεί.

Το 1941 το «Γεώργιος Αβέρωφ» κινδύνευσε να χαθεί, να βυθιστεί και μάλιστα από το ίδιο το Πολεμικό Ναυτικό καθώς το πλοίο είχε θεωρηθεί άχρηστο για τις επείγουσες ανάγκες του Στόλου λόγω της πίεσης των Γερμανών και της επερχόμενης αποδημίας του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού για τη συνέχιση του Αγώνα κατά του Άξονα. Παραλίγο να επαναληφθεί το έγκλημα του 1921, όταν βυθίστηκε «τιμητικώς» με κανονιοβολισμό κοντά στη νησίδα Κυρά ο πάρων «Άρης» του Τσαμαδού. Τότε ήταν η οικονομική αδυναμία συντηρήσεως του πάρωνα…

Πριν από την έξοδο του «Γεώργιος Αβέρωφ».

Ο Ελληνικός Στόλος τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αρκετά αποδυναμωμένος λόγω των οικονομικών δυσχερειών του κράτους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έγιναν οι αναγκαίες μετασκευές στα πολεμικά πλοία και θύμα αυτής της κατάστασης υπήρξε και το «Γεώργιος Αβέρωφ». Οι αυλοί λεβήτων του πλοίου θα έπρεπε να είχαν αλλαχθεί από το 1934. Παραγγέλθηκαν τελικά το 1939 στο Βέλγιο, όπου και ευρέθησαν κατά την εισβολή των Γερμανών[1].

Την 1η Νοεμβρίου του 1939 το «Γεώργιος Αβέρωφ» πέρασε υπό την άμεση διοίκηση του αρχηγού Στόλου υποναυάρχου Καββαδία μαζί με τα δέκα αντιτορπιλικά. Το πλοίο, όπως άλλως τε και τα αντιτορπιλικά ευρισκόταν με ελάχιστο προσωπικό λόγω της επιτελικής κατεύθυνσης προς την ενίσχυση των ναυτικών οχυρών[2]. Εκτός από την έλλειψη προσωπικού το «Γεώργιος Αβέρωφ» είχε σε κακή κατάσταση του λέβητές του με αποτέλεσμα να πιάνει μέγιστη ταχύτητα 16 μιλίων[3].

Κατά την διάρκεια των σφοδρών αεροπορικών βομβαρδισμών από τους Γερμανούς (6-12 Απριλίου 1941) στην περιοχή Πειραιώς-Κερατσινίου-Ελευσίνας, το «Γ. Αβέρωφ» που ευρισκόταν αγκυροβολημένος στην Ελευσίνα κατέρριψε ένα αεροσκάφος. Είναι πολύ χαρακτηριστικές οι περιγραφές του αντιναυάρχου Καββαδία[4].

Στις 12 Απριλίου πάρθηκε η απόφαση να εγκαταλειφθεί το «Γ. Αβέρωφ» στην Ελευσίνα. Διετάχθη η άμεση εκκένωσή του και η αφαίρεση του Α/Α οπλισμού του. Το πλήρωμα έλαβε φύλλα πορείας για τη Σχολή Πυροβολικού. Την επόμενη μέρα όμως διετάχθη η άμεση ανασυγκρότησή του[5].

Φαινόταν ότι η Ηγεσία του Ναυτικού αμφιταλαντευόταν σχετικά με τη σωτηρία του γηραιού «Γ. Αβέρωφ»…

Η Έξοδος.

Μετά την αποβίβαση του Α.Σ. και του αρχιεπιστολέα και κυβερνήτη του πλοίου πλοιάρχου Ζαρόκωστα καθώς και την αντικατάστασή του από τον πλοίαρχο Βλαχόπουλο στις 16 Απριλίου, το κλίμα μεταξύ του πληρώματος δεν ήταν καλό.  Όταν, στις 17 Απριλίου, ανακοινώθηκε στο πλήρωμα από τον ύπαρχο αντιπλοίαρχο Παπαβασιλείου η απόφαση του Γ.Ε.Ν. να βυθιστεί «τιμητικά» το πλοίο στην Ψυττάλεια, εκδηλώθηκε δυσαρέσκεια στο πλήρωμα και μετά την αποβίβαση του Παπαβασιλείου,  ο αρχαιότερος αξιωματικός ο πλωτάρχης Παναγιώτης Δαμηλάτης αποφάσισε τον απόπλου του πλοίου. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και η υποκίνηση του πληρώματος από τον σημαιοφόρο Ηλιομαρκάκη και τον αρχιμανδρίτη του Στόλου Δ. Παπανικολόπουλο[6].

Το πλοίο απέπλευσε από τον Κόλπο Ελευσίνας λίγο μετά τα μεσάνυκτα της 17ης προς 18η Απριλίου. Εμπόδιο στάθηκε το φράγμα της Ψυττάλειας, ο προϊστάμενος του οποίου αρνήθηκε να ανοίξει με το θυρόπλοιο τη θύρα του φράγματος αναφέροντας παράλληλα στο Γ.Ε.Ν. Ο Δαμηλάτης όμως συγκρότησε ομάδα, η οποία κατέλαβε το θυρόπλοιο και άνοιξε την θύρα[7]. Το «Γ.Αβέρωφ» διήλθε και άρχισε να πλέει προς Νότο, όταν ο κυβερνήτης του πλοίου πλοίαρχος Ιωάννης Βλαχόπουλος επιβαίνοντας σε ταχεία βενζινάκατο το πρόλαβε και ανέλαβε την διακυβέρνησή του[8]. Ο Α/Γ.Ε.Ν. έστειλε το ακόλουθο σήμα στο «Γ. Αβέρωφ»:

«Ο Θεός μαζί σας. Συνεννοούμαι με συμμάχους δια πλουν σας.»[9]

Το «Γεώργιος Αβέρωφ» εντάχθηκε σε νηοπομπή μαζί με το πλωτό συνεργείο «Ήφαιστος», τα υποβρύχια «Γλαύκος» και Κατσώνης», το αντιτορπιλικό «Κουντουριώτης και τα τορπιλοβόλα «Ασπίς» και «Νίκη». Η νηοπομπή κατέπλευσε στην Αλεξάνδρεια την 23η Απριλίου του 1941.

Το πλοίο σύμβολο της Ελληνικής Ναυτοσύνης είχε σωθεί.

Επίλογος

Το Πολεμικό Ναυτικό μετά την εισβολή των Γερμανών απέπλευσε ως

«σύστημα» από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια για την συνέχιση του Αγώνα κατά του Άξονα στο πλευρό των Συμμάχων. Εδώ πρέπει να το τονίσουμε: δεν έφευγαν απλώς κάποια πλοία αλλά όλο το Ναυτικό με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, τον αρχηγό του Στόλου, τους διοικητές τους κυβερνήτες, τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς και τα πληρώματα. Ένα Ναυτικό καταπονημένο αλλά συντεταγμένο και όχι ηττημένο[10].  Αυτό το κατόρθωμα συνδέει το σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό με την αρχαία μας ναυτική παράδοση, όταν οι αρχαίοι Αθηναίοι αν και είχαν χάσει την πόλη τους, με τον στόλο τους καταναυμάχησαν τους Πέρσες.

Σε αυτήν την αποδημία δεν είχε θέση το «Γεώργιος Αβέρωφ». Ήταν ένα πλοίο υπερήλικο και ο πλους του προς Αλεξάνδρεια ήταν καθαρή αυτοκτονία καθώς λόγω της μικρής ταχύτητας που ανέπτυσσε και του μεγάλου μεγέθους ήταν εύκολος στόχος για τα εχθρικά αεροσκάφη και υποβρύχια.

Μίλησε όμως το πλήρωμα του Γ. Αβέρωφ, το οποίο αισθάνθηκε τον συμβολισμό του, αισθάνθηκε την σύνδεση με την ναυτική εποποιία των Βαλκανικών Πολέμων. Είχαν κατανοήσει βαθειά οι πολεμιστές του Γ. Αβέρωφ ότι το πλοίο αποτελεί μέρος της ναυτικής ψυχής του Έθνους και αρνήθηκαν να το χάσουν. Ας ήταν η Ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού αντίθετη. Ας ήταν ακόμη και οι πιθανότητες σωτηρίας εναντίον τους. Σε αυτούς τους ανθρώπους χρωστάμε ότι έχουμε ακόμη το Γ. Αβέρωφ.

[1] Καββαδίας Επ., Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα,  Πυρσός, Αθήνα 1950, σελ 117.

[2] Βλέπε και Γέροντας Π., «Οι Ναυτικές Διοικήσεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 586. Ο ναύαρχος Καββαδίας αναφέρει χαρακτηριστικά «Ήτο λυπηρά η τιαύτη μείωσις, ήτις καθίστα προβληματικήν την εκτέλεσιν πολεμικών ασκήσεων και ιδίως ο παροπλισμός του «Αβέρωφ». Εν μέγα πλοίον είναι απαραίτητον δια τον Στόλον ως επιτρέπον  ασκήσεις συνδέουσας τα τρία όπλα (αντιτορπιλλικά, υποβρύχια, αεροσκάφη), ενώ η εν αυτώ υπηρεσία και η κατάστασις αποτελούσι το καλύτερον κριτήριον ενός Ναυτικού. […] Όχι μόνον ο «Αβέρωφ»  παρέμεινε με πλήρωμα 170 ανδρών, ανεπαρκές και δι’ αυτή την συντήρησίν του, αλλά και τα αντιτορπιλλικά εξεκενώθησαν πολλών μονίμων βαθμοφόρων σταλέντων εις τας Σχολάς, ως και κληρωτών, οίτινες μετέθησαν εις τα οχυρά. Ως δικαιολογία δια την τοιαύτην σπατάλην θαλάσσιας εκπαιδεύσεως εφέρετο ότι τα οχυρά απεπερατούτο[…]. Το Γ.Ε.Ν. εφαίνετο ενδιαφερόμενον αποκλειστικώς δια τα οχυρά και την εκπαίδευσιν, θεωρών τον Στόλον ως πάρεργον μη προωρισμένον να δράση σοβαρώς εν πολέμω. Τούτο άλλως τε εξηγείτο και από την αποστολήν ην του έδιδεν εις το σχέδιον και από αυτήν ην του έδιδε η Κυβέρνησις εις την σειράν προτιμήσεως.» Καββαδίας Επ., Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα,  Πυρσός, Αθήνα 1950, σελ 132.

[3] Η κατάσταση του «Γ.Αβέρωφ» την 6η Απριλίου, όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί των Γερμανών ήταν οι ακόλουθη: « «Αβέρωφ» (Κυβερνήτης ο Αρχιεπιστολεύς του Α.Σ. Πλοίαρχος Ζαρόκωστας), ηγκυροβολημένος εις κόλπον Ελευσίνος, χρησιμοποιούμενος ως έδρα του Επιτελείου του Α.Σ. και ως πλοίο βαρείας αντιαεροπορικής προστασίας του παρά τον κόλπον Ελευσίνος ορμητηρίου του Στολίσκου Αντιτορπιλλικών. Ημερολόγιον Πολέμου Γ.Ε.Ν. 1939-1944., Υ.Ι.Ν.

[4] «Έμεινα πολύ ικανοποιημένος  από την πρώτην αυτήν οκτάωρον μάχην, δια να χρησιμοποιήσω την ακριβήν έκφρασιν, του αγκυροβολημένου πλοίου κατά συστηματικού εναντίον του βομβαρδισμού και η ανωτέρω διδομένη ωραία εικών θα επαναλαμβάνεται στερεοτύπως εις πάσαν Γερμανικήν αεροπορικήν επίθεσιν[…]. Το πλήρωμα του Αβέρωφ ενεφάνιζε  πάντοτε εν ώρα κινδύνου  σοβαρότητα και ήρεμον αποφασιστικότητα. Η πειθαρχία του πυρός ήτο αρίστη. Είχομεν μόνον 700 φυσίγγια δια τα τέσσερα ταχυβόλα Βίκερς των 76, το μοναδικόν ως είπομεν πραγματικόν Α/Α πυροβόλον μας και έδει να γίνεται χρήσις αυτού μόνον επί πραγματικής απειλής, πράγμα αρκετά δύσκολον» και «Ο Ιερεύς του Στόλου ο αρχιμανδρίτης Παπανικολόπουλος, ακάλυπτος και φέρων άμφια, διήρχετο ήρεμα προ των ομοχειριών, ευλογών τα πυροβόλα πολλάκις ενώ ταύτα έβαλλον. Εις μίαν στιγμήν ευρέθησαν δύο αεροσκάφη άνωθεν του «Αβέρωφ» και χαμηλά. Διετάχθησαν τα Βίκερς να βάλωσι. Φαίνεται ότι εβλήθη το εν εξ αυτών, διότι απεμακρύνθη  ως περιφλεγής σφαίρα και έπεσεν μετά εκρήξεων επί της Σαλαμίνος. Το εν των ταχυβόλων μόλις είχε ευλογηθή και το θρησκόληπτον πλήρωμα απέδωκε εις αυτό την επιτυχίαν» (Ε. Καββαδίας, σελ253).

[5] «Με πραγματικήν οδύνην διηύθυνα τας εργασίας εκκενώσεως του πλοίου, βλέπων να καταστρέφεται εντός ολίγων ωρών παν ό,τι εδημιουργήθη  με κόπους και μόχθους ολοκλήρου διετίας. Το απόγευμα της ιδίας ημέρας (12 Απριλίου) το πλήρωμα, με τους σάκους επ’ ώμου, μετέβαινε δια να φιλοξενηθή  εις την Σχολήν Πυροβολικού, αι αποθήκαι είχον εκκενωθή, τα κειμήλια εστάλησαν εις το Εθνολογικόν και συνεπληρούτο η αφαίρεσις  των ΑΑ ταχυβόλων R.M. 37/60. Την επομένην 13 Απριλίου (Κυριακή των Βαΐων) ειδοποιήθην λίαν ενωρίς από τον Κυβερνήτην  μου Πλοίαρχο Ζαρόκωστα να κατέλθω επειγόντως εις το πλοίον , διότι απεφασίσθη η εκ νέου επάνοδος αυτού.[…]Τα πάντα ήσαν έτοιμα μέχρι της μεσημβρίας της επομένης 14 Απριλίου (Μ. Δευτέρας). Εν μόνον δεν επανήλθεν εις την προτέραν του θέσιν. Το ηθικόν του πληρώματος, το οποίον η εκκένωσις του πλοίου είχε πλήξει ανεπανορθώτως.» Αναφορά υπάρχου «Γ.Αβέρωφ» αντιπλοιάρχου Παπαβασιλείου.

[6] «Το βράδυ της 17ης Απριλίου, ο πύπαρχος αντιπλοίαρχος Παπαβασιλείου μάς συγκέντρωσε στο μεσόδομο αξιωματικών και μας ανακοίνωσε την εντολή του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού υποναυάρχου Α. Σακελλαρίου να αυτοβυθιστεί το πλοίο στην Ψυττάλεια[…]. Μετά από αυτό ο Παπαβασιλείου απέβη του πλοίου και αρχαιότερος παρών αξιωματικός παρέμεινε ο Δαμηλάτης αποφασισμένος για τον απόπλου του θωρηκτού. Ρόλο στον απόπλουν έπαιξαν και η ζωηρή υποκίνηση του πληρώματος από τον παρορμητικό σημαιοφόρο Παναγιώτη Ηλιομαρκάκη, καθώς και τον αρχιμανδρίτη του Στόλου Δ. Παπανικολόπουλο. Ο Δαμηλάτης έκανε κλήση του πληρώματος στην πρύμνη, είπε ότι οι Γερμανοί έχουν φθάσει στη Θήρα και ότι ο Αβέρωφ θα απέπλεε, κάλεσε δε όσους δεν ήθελαν να ακολουθήσουν το πλοίο να περάσουν αριστερά και να επιβιβαστούν στα πλωτά μέσα που βρίσκονταν στην πλευρά του πλοίου. Ξεκίνησε η αποβίβασή τους, σιγά-σιγά όμως, άρχισε η διαρροή από τους υπολοίπους και για να την σταματήσει ο Δαμηλάτης σήμανε πολεμική έγερση.» Απομνημονεύματα αρχιπλοιάρχου Π.Ν. ε.α Κ. Μόσχου στο Δημητρακόπουλος Αν., Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται, Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος, Πειραιάς 2011.

[7] Απομνημονεύματα αρχιπλοιάρχου ΠΝ ε.α Μόσχου και Δημητρακόπουλος Αν., «Η αποδημία του Στόλου τον Απρίλιο του 1941 και η «δεύτερη πατρίδα» που αυτός βρήκε στην Αίγυπτο», Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 586.

[8] Δημητρακόπουλος Αν., «Η αποδημία του Στόλου τον Απρίλιο του 1941 και η «δεύτερη πατρίδα» που αυτός βρήκε στην Αίγυπτο», Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 586.

[9] Γέροντας  Π., «Ιστορία του Θωρακισμένου Καταδρομικού Γεώργιος Αβέρωφ» στο 100 χρόνια Γ. Αβέρωφ, Ναυτική Επιθεώρηση, Αθήνα 2011.

[10] Δημητρακόπουλος Αν., «Η αποδημία του Στόλου τον Απρίλιο του 1941 και η «δεύτερη πατρίδα» που αυτός βρήκε στην Αίγυπτο», Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 586.